
Υπάρχει λένε, κάπου σε αυτόν τον κόσμο, ένα κάστρο...
Είναι φτιαγμένο από πέτρα, από πέτρα και πάγο, και τα τείχη του υψώνουν ίσαμε τον ουρανό! Στα παράθυρά του κόβονται τα σύννεφα, και στην πύλη του, που είναι τριγυρισμένη από νερό, κολυμπάνε θηρία άγρια, μανιασμένα, με δόντια κοφτερά και μάτια σα σαίτες. Ο πύργος είναι γερός, πολύ γερός, αλλά έχει και άλλους προστάτες, πράσινους και μαύρους δράκους, με μεγάλα δυνατά φτερά που σχίζουν τον αέρα πετώντας. Και πετάνε συνέχεια αυτοί οι δράκοι, πετάνε και ξερνάνε φωτιά και δεν κάνουν τίποτα άλλο.

Και υπάρχει πάντα σκοτάδι σε κείνη την περιοχή, γιατί το κάστρο το κυκλώνουν τεράστια βουνά, τόσο μεγάλα που κρύβουν τον ήλιο και μόνο η σελήνη φαίνεται κάποιες βραδιές. Και θα σας πω γιατί μόνο η σελήνη. Βλέπετε, όταν έρχεται η σειρά της να φυλάξει τον ουρανό, την ώρα που ο ήλιος επιστρέφει σπίτι του να ξεκουραστεί, επειδή η σελήνη είναι πολύ μελαγχολική, και επειδή έχει μεγάλη αγάπη για τις τέχνες - και πιο πολύ απ' όλες το τραγούδι - όταν βγαίνει και βλέπει τον κόσμο, έτσι άσχημος που είναι καμιά φορά, τραγουδάει. Τραγουδάει και η φωνή της είναι τόσο όμορφη, τόσο μελωδική και κρυστάλινη, που όλοι σταματάνε ό,τι κάνουν, για να την ακούσουν. Και τα βουνά παραμερίζουν στο πέρασμά της, και της κάνουν τόπο να περάσει, και υποκλίνονται μπροστά στην τόση ομορφιά της.

Έτσι λοιπόν μπορεί και φαίνεται, αυτή και καμία άλλη, απ' τα μεγάλα παράθυρα του κάστρου. Και εκείνες τις βραδιές που το τραγούδι της είναι περισσότερο μελαγχολικό και γεμάτο θλίψη, εκείνες μόνο τις βραδιές, ένα κεφάλι αχνοφαίνεται σε κάποιο απ' τα παράθυρα, πίσω από τις κουρτίνες. Και αν κοιτάξεις καλύτερα, αν κοιτάξεις με τα μάτια της ψυχής και όχι με αυτά που φέρει το σώμα σου, τότε μπορεί να μην δεις καθαρά αυτό το πρόσωπο, αλλά σίγουρα θα δεις τα δάκρυα που πέφτουν.
Και κείνες οι βραδιές λένε, τα αστέρια σταματάνε να λάμπουν, γιατί επισκιάζονται απ' το φως του φεγγαριού, τα σύννεφα σκορπάνε, να αφήσουν τον ουρανό καθαρό, τα βουνά χαμηλώνουν να μην εμποδίζουν την πορεία της υπέροχης αυτής φωνής, και οι δράκοι, οι προστάτες του κάστρου, σταματάνε το πέταγμά τους, κρύβονται στις φωλιές τους και μένουν εκεί, ξεχασμένα όνειρα ενός άλλου κόσμου...
Δεν υπάρχει κανείς ζωντανός που να μπορεί να καυχηθεί οτι έχει δει το εσωτερικό αυτού του κάστρου. Άλλοι λένε οτι θα είναι γεμάτο αμύθητα πλούτη, άλλοι οτι θα ζει κάποιος άρχοντας εκεί μέσα, αποτραβηγμένος απ' τα εγκόσμια, με μοναδική συντροφιά τα βιβλία του, και άλλοι λένε άλλα, κατεβατά της φαντασίας τους, απεγνωσμένες προσπάθειες να κατευνάσουν την περιέργειά τους.
Αυτοί όμως που έχουν πλησιάσει το κάστρο, μία από αυτές τις νύχτες, που ο ουρανός είναι καθαρός και την στιγμή που μαζεύονται στις σπηλιές τους οι δράκοι, αυτοί που έχουν δει το πρόσωπο στο παράθυρο, ξέρουν οτι εκεί μέσα μένει μια νεράιδα, μια νεράιδα μικρή και λυπημένη, που μια μέρα άφησε την νεραιδοχώρα, και εγκαταστάθηκε σ' αυτό το κάστρο, σ' αυτό το κάστρο που της έφτιαξαν η Γη και η Θάλλασα, και κλείστηκε εκεί, μη αντέχοντας την κακία των ανθρώπων, την κακία και την πονηριά που τους κυβερνάει, την πονηριά και τη ψευτιά, μη αντέχοντας την τόση ασχήμια....

Ω, ναι! Αυτοί που έχουν πλησιάσει μια τέτοια νύχτα, ξέρουν! Ξέρουν, και σα μαγεμένοι πηγαίνουν εκεί κάθε χρόνο, ξανά και ξανά, ελπίζοντας πως μια μέρα θα τους επιτραπεί να δουν κι άλλα, οτι θα καταφέρουν ίσως να μάθουν την ιστορία αυτής της νεράιδας, και μαζί μ' αυτό, την ιστορία πολλών πραγμάτων, που ποτέ κανείς δεν θα καταφέρει να μάθει, γιατί κανείς θνητός δεν επιτρέπεται να φέρει μία τόσο μεγάλη ευθύνη, όπως η γνώση ύπαρξης άλλων κόσμων, κόσμων υπέροχων αλλά φανταστικών...

Και αν ρωτάτε πως βρέθηκα εγώ να τα ξέρω όλα αυτά, φοβάμαι πως θα σας αφήσω με την απορία, γιατί αυτός που μου τα εκμυστηρεύτηκε δεν θέλησε να αποκαλύψει το όνομά του, ούτε και ποια ήταν η πηγή του. Ποιος ξέρει;; Ίσως να ήταν κι αυτός ένα λαβωμένο ξωτικό, που θέλησε να αφήσει πίσω λίγη απ' τη γνώση του, στη διαδρομή για το μεγάλο του ταξίδι!...